Η διάγνωση του είδους και της αιτιολογίας του ιλίγγου θα τεθεί από εξειδιεκευμένο ωτορινολαρυγγολόγο, ο οποίος στην συνέχεια θα προτείνει την πιο κατάλληλη θεραπεία και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων.
Εάν πρόκειται για Καλοήθης Παροξυσμικός ίλιγγος θέσης, τότε η ανάταξη των ωτόλιθων του ασθενούς θα χρειαστεί να διενεργηθεί από τον ΩΡΛ.
Τέλος υπάρχουν ορισμένες ασκήσεις που βοηθούν όσους υποφέρουν από ίλιγγο να αναπτύξουν ένα είδος ανοχής και αντοχής σε αυτόν. Οι ασκήσεις αυτές πρέπει να αρχίζουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα, ακόμα και όσο είσαστε ακόμα στο κρεβάτι. Γίνονται τρεις τουλάχιστον φορές την ημέρα και δεν πρέπει να διαρκούν περισσότερο από 5 λεπτά όλες μαζί. Πρέπει να εκτελούνται κατά ομάδες, ανάλογα με τη φάση της ανάρρωσης σας.
Μερικές ασκήσεις που βοηθούν τον εγκέφαλο να αντιρροπήση με τις πληροφορίες των λαβυρίνθων ταξινομούνται:
  1. Σε ασκήσεις των ματιών. Προς τα επάνω, μετά προς τα κάτω και στη συνέχεια από την μία πλευρά στην άλλη ακολουθώντας το δάκτυλο.
  2. Σε ασκήσεις του κεφαλιού. Κάμψη προς τα εμπρός και μετά έκταση προς τα πίσω. Στη συνέχεια στροφή από την μία πλευρά στην άλλη. (Ασκήσεις Hamid) 10 επαναλήψεις, τρεις φορές την ημέρα.
  3. Σε ασκήσεις του κορμού όρθιοι. Σταθείτε όρθιος, σκύψετε να πάρετε ένα αντικείμενο από το έδαφος και σταθείτε πάλι όρθιος. Στην συνέχεια σταθείτε όρθιος και εκτελείται περιστροφικές κινήσεις του κορμού αριστερά-δεξιά
  4. Σε ασκήσεις ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Στροφή όλου του σώματος προς την μια πλευρά, σηκώνεστε καθιστοί στο κρεβάτι, ξαπλώνετε προς την αντίθετη πλευρά και στη συνέχεια στρέφεστε ανάσκελα.

Βελονισμός

Ο βελονισμός μπορεί να ωφελήσει στον ίλιγγο λαβυρινθικής αιτιολογίας, ενώ δρα συνδυαστικά με οποιαδήποτε άλλη συμβατική θεραπεία, μεγιστοποιώντας το αποτελέσμα. O βελονισμός διεγείρει το νευρικό σύστημα και προκαλεί την απελευθέρωση νευροχημικών μορίων. Οι βιοχημικές αλλαγές που προκύπτουν επηρεάζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς του σώματος, προωθώντας έτσι τη σωματική και συναισθηματική ευεξία. Η διέγερση ορισμένων σημείων βελονισμού έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει περιοχές του εγκεφάλου που είναι γνωστό ότι μειώνουν την ευαισθησία στον πόνο και το άγχος (Hui 2010).